εμπόριο /ˈtreɪdɪŋ/ Noun
- English
- trading
- Русский
- Торговля
Example
- Οι νέοι νόμοι για το Κυριακάτικο [εμπόριο] άλλαξαν τις συνήθειες του λιανεμπορίου.
- New laws on Sunday trading have changed retail habits.
- Το «εμπόριο» εδώ καλύπτει το λιανικό και χονδρικό.