εμπλουτίζω /em.pluˈti.zo/ Verb

English
enrich
Русский
обогащать

Example

  • Η μελέτη των επιστημών [εμπλούτισε/εμπλούτισε] όλες τις πτυχές της ζωής μας.
  • The study of science has enriched all our lives.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το αόριστο (εμπλούτισε) για την ολοκληρωμένη επίδραση.