Ένα /ˈe̞na/ DeterminerEnglishoneРусскийОдинExampleΈχω **μία** αδερφή. (Η ποιητική λέξη: **μόνη** / **αποκλειστική** / **πρώτη**) — of: I have one sister.I have one sister.Το γένος ακολουθεί το ουσιαστικό (αδερφή=θηλυκό).