ενάντια /enˈd͡ʒa.na/ Preposition
- English
- against
- Русский
- против
Example
- Ο αγώνας κατά της κλιματικής αλλαγής είναι παγκόσμιος. (Η μάχη εναντίον της κλιματικής αλλαγής είναι παγκόσμιος)
- The fight against terrorism is global.
- Το «κατά» είναι πιο σύντομο και συχνό για αφηρημένες έννοιες.