ενδυναμώνω /en.ði.naˈmo/ Ρήμα

English
empower
Русский
наделять полномочиями

Example

  • Το Σύνταγμα [ενδυναμώνει] τον Πρόεδρο να ασκήσει βέτο στις νομοθεσίες.
  • The constitution empowers the president to veto legislation.
  • Εδώ η έμφαση είναι στη θεσμική εξουσιοδότηση.