Ένταση /ˈen.ta.si/ NounEnglishtensionРусскийНапряжениеExampleΥπάρχει κλιμακούμενη [ένταση] στα σύνορα. (Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη.)There is mounting tension along the border.Στα σύνορα, η 'ένταση' είναι η πιο επίσημη και συχνή επιλογή.