ΕΝΤΟΛΗ / ΔΙΑΤΑΖΩ /enˈtoli/ NounEnglishcommandРусскийприказExampleΟ λοχαγός έδωσε την [εντολή] να πυροβολήσουν.The sergeant gave the command to fire.Εδώ η εντολή είναι άμεση και στρατιωτική.