επεξεργάζομαι / επεξεργασία /epseɾˈθazo.me/ Ρήμα

English
edit
Русский
отредактировать / редактировать

Example

  • Επεξεργάζεται την πρώτη της νουβέλα, σαν να 'κόβει και να ράβει' την πλοκή. (επεξεργάζομαι / αναθεωρώ / διορθώνω)
  • She is currently editing her first novel.
  • Το 'κόβω και ράβω' είναι η απόλυτη μεταφορά για το δημιουργικό editing.