επιχειρηματίας /epicevriematiˈas/ Noun
- English
- businessman
- Русский
- бизнесмен
Example
- Μια ομάδα Ιταλών πολιτικών και [Επιχειρηματίες] έφτασε σήμερα.
- A group of visiting Italian politicians and businessmen arrived today.
- Ο όρος είναι ουδέτερος ως προς το φύλο στα νέα ελληνικά.