επιλογή /epilˈoʝi/ NounEnglishchoiceРусскийВыборExampleΗ [επιλογή] (προτίμηση / διάκριση / επιλογή) του να μείνουμε σπίτι ήταν δύσκολη.We are faced with a difficult choice regarding our future.Εδώ η 'επιλογή' είναι η πράξη της απόφασης.