επιμένω /epiˈmɛno/ Verb
- English
- insist
- Русский
- настаивать
Example
- Δεν ήθελα πολύ να πάω, αλλά ο Γιώργος **επέμεινε** να έρθουμε. (INLINE SYNONYMY: επέμεινε / απαιτούσε / θερίζε) — of: I didn't really want to go but he insisted.
- I didn't really want to go but he insisted.
- Το 'επιμένω' εδώ δείχνει την προσωπική προσπάθεια να πείσει.