ερασιτέχνης /erasiˈteχnis/ Adjective
- English
- amateur
- Русский
- любитель
Example
- Είναι μια ερασιτεχνική αστρονόμος που περνά τις νύχτες της χαρτογραφώντας τα άστρα.
- She is an amateur astronomer who spends her nights mapping the stars.
- Εδώ τονίζεται το πάθος έναντι της αμοιβής.