ερευνητής /eɾevniˈtis/ Noun

English
investigator
Русский
СЛЕДОВАТЕЛЬ

Example

  • Οι ερευνητές αεροπορικής ασφάλειας [ερευνητής / ανακριτής / διερευνητής] εξετάζουν τα συντρίμμια.
  • Air safety investigators are examining the wreckage.
  • Εδώ τονίζεται η συστηματική, τεχνική έρευνα.