εσωτερικός /esoteriˈkos/ AdjectiveEnglishinnerРусскийвнутреннийExampleΗ εσωτερική αυλή (εσωτερικός / ενδόμυχος / βαθύς) γέμισε λουλούδια.The inner courtyard was filled with flowers.Το 'εσωτερικός' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.