Έξαρση /ˈɛksarʃi/ NounEnglishsurgeРусскийВсплеск / Резко поднятьсяExampleΈνιωσε μια ξαφνική έπαρση θυμού. [Ένιωσε / ξαφνική / ορμή]She felt a sudden surge of anger.Εδώ το 'έξαρση' δίνει το συναισθηματικό βάθος.