σώζω / αποταμιεύω /ˈso.zo/ Noun

English
saving
Русский
СБЕРЕЧЬ (финансы) / СОХРАНИТЬ (данные/объект) / СПАСТИ (жизнь/кризис)

Example

  • Η νέα μηχανή προσφέρει σημαντική [εξοικονόμηση] καυσίμου. — (Η εξοικονόμηση / Η οικονομία / Το όφελος) — της μείωσης των δαπανών
  • The new engine offers a significant saving in fuel consumption.
  • Εδώ το «εξοικονόμηση» είναι το πιο φυσικό.