φιλοσοφία /filosoˈfia/ NounEnglishphilosophyРусскийфилософияExampleΜελετά τη **φιλοσοφία** της επιστήμης στο πανεπιστήμιο.She is studying the philosophy of science at university.Εδώ η 'φιλοσοφία' είναι το ακαδημαϊκό πεδίο.