φοράω /foˈra.o/ VerbEnglishwearРусскийноситьExampleΦοράει ένα χρυσό δαχτυλίδι.She wears a gold ring.Το «Φοράω» είναι η πιο άμεση μετάφραση για αντικείμενα στο σώμα.