ΦΟΡΤΙΟ /ˈfoɾt͡ɕo/ Noun

English
cargo
Русский
груз

Example

  • Το δεξαμενόπλοιο άρχισε να χύνει το {φορτίο} του πετρελαίου.
  • The tanker began to spill its cargo of oil.
  • Εδώ το «φορτίο» είναι το σύνολο του υγρού που μεταφέρει.