Φθινόπωρο /fθiˈno.po.ɾo/ Noun

English
autumn
Русский
Осень

Example

  • Ο αέρας γίνεται δροσερός το φθινόπωρο.
  • The air turns crisp in autumn.
  • Στην Ελλάδα, το φθινόπωρο σηματοδοτεί την επιστροφή στην καθημερινότητα.