γάτα /ˈɣata/ NounEnglishcatРусскийкотExampleΗ γάτα νιαούριζε δυνατά όταν της χάιδεψα τα αυτιά.The cat purred loudly when I scratched its ears.Το νιαούρισμα είναι η βασική επικοινωνία.