Γενικός /ʝenikos/ Adjective

English
general
Русский
общий

Example

  • Η γενική αίσθηση είναι αισιοδοξία.
  • The general feeling is one of optimism.
  • Εδώ σημαίνει 'συνολική' ή 'επικρατούσα'.