Γνώση /ɣnósi/ NounEnglishknowledgeРусскийзнаниеExampleΈχει εκτεταμένη ΓΝΩΣΗ (σοφία / αντίληψη / κατανόηση) γύρω από την ανάπτυξη του AI.She has extensive knowledge of AI development.Το 'εκτεταμένη' τονίζει το βάθος της γνώσης.