Χτίζω /ˈktit͡so/ VerbEnglishbuildРусскийСТРОИТЬ / ПОСТРОИТЬExampleΈχουν άδεια να χτίσουν 200 νέες κατοικίες.They have permission to build 200 new homes.Το 'κατοικίες' είναι πιο επίσημο από το 'σπίτια' εδώ.