Ρεύμα /ˈrevma/ NounEnglishelectricityРусскийэлектричествоExampleΗ καταιγίδα διέκοψε τον [ηλεκτρισμός] μας.The storm knocked out the electricity.Εδώ το 'ηλεκτρισμός' είναι η γενική έννοια της παροχής.