Ιστιοπλοώ /istioploˈo/ Noun
- English
- sailing
- Русский
- ходить под парусом
Example
- Αποφασίσαμε να κάνουμε [ιστιοπλοΐα] (ιστιοπλοΐα / πλεύση / θαλασσοπορία) στη λίμνη.
- We decided to go sailing on the lake.
- Η ιστιοπλοΐα είναι η πιο ακριβής λέξη για το άθλημα.