Ιστορικός /istoˈriːkos/ Noun
- English
- historian
- Русский
- историк
Example
- Κανένας σοβαρός ιστορικός (χρονογράφος / ιστοριοδίφης / βιογράφος) σήμερα δεν δέχεται αυτή τη θεωρία.
- No serious historian today accepts this theory.
- Εδώ τονίζουμε την επιστημονική εγκυρότητα.