κανένα /kaˈnena/ Pronoun

English
none
Русский
ничего

Example

  • Κανένας από τους καλεσμένους δεν άρεσε το φαγητό.
  • None of the guests liked the food.
  • Χρησιμοποιείται το 'κανένας' με άρνηση στο ρήμα.