Κανόνας /kaˈnonas/ Noun
- English
- rule
- Русский
- ПРАВИЛО
Example
- Θέσπισε αυστηρούς **κανόνες** (επιβολή / επιβολή / επιβολή) για τους ενοικιαστές της, συμπεριλαμβανομένης της έγκαιρης πληρωμής ενοικίου.
- She laid down strict rules for her tenants, including prompt payment of rent.
- Το ρήμα 'θέσπισε' (laid down) ταιριάζει πολύ με το 'κανόνας'.