Καταστροφή /katastroˈfi/ Noun

English
disaster
Русский
катастрофа

Example

  • Η ανθρωπιστική [καταστροφή] είναι η χειρότερη του κόσμου.
  • The world's worst humanitarian disaster.
  • Χρησιμοποιείται για κλίμακα ανθρώπινης κρίσης.