Καταλαμβάνω / Απασχολώ /kataˈlambaːno/ Verb
- English
- occupy
- Русский
- занимать / занять
Example
- Το κρεβάτι έμοιαζε να **κατέχει** το μεγαλύτερο μέρος του δωματίου.
- The bed seemed to occupy most of the room.
- Εδώ το «κατέχει» είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσική παρουσία.