Κατοικία /kaˈti.ci.a/ Noun

English
residence
Русский
Место жительства

Example

  • Η έκταση περιλαμβάνει την κύρια [κατοικία] και δύο ξενώνες.
  • The estate includes a main residence and two guest cottages.
  • Η 'κατοικία' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.