ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ / ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ /kaˈtorθoma/ Noun
- English
- feat
- Русский
- Фит (в значении коллаборации) / Достижение (в значении подвига)
Example
- Η σήραγγα είναι ένα αξιοσημείωτο [κατόρθωμα] μηχανολογίας.
- The tunnel is a remarkable feat of engineering.
- Εδώ τονίζεται η τεχνική δυσκολία.