καύσιμο /kaˈfimo/ ΟυσιαστικόEnglishfuelРусскийтопливоExampleΤο αεροπλάνο έμεινε χαμηλά σε **καύσιμο** τζετ.The plane was low on jet fuel.Εδώ το «καύσιμο» είναι απόλυτα απαραίτητο, όπως η αναπνοή.