Ευελιξία /evɛliˈksia/ Noun
- English
- mobility
- Русский
- Мобильность
Example
- Η νέα σχεδίαση αναπηρικού αμαξιδίου βελτιώνει δραματικά την [κινητικότητα] του χρήστη.
- The new wheelchair design significantly improves the user's mobility.
- Εδώ τονίζεται η φυσική ικανότητα κίνησης.