Κιθάρα /kiˈθara/ NounEnglishguitarРусскийгитараExampleΑγόρασε την πρώτη του ακουστική [κιθάρα] σε ένα τοπικό μαγαζί.He bought his first acoustic guitar at a local shop.Η 'ακουστική' τονίζει τον τύπο του οργάνου.