παράρτημα /paˈrːaːrtima/ NounEnglishbranchРусскийВетвьExampleΑνέβηκε στο δέντρο και κρύφτηκε στα [κλαδιά].She climbed the tree and hid in the branches.Το 'κλαδί' είναι η πιο φυσική επιλογή για δέντρα.