κοινωνικός /soˈsial/ ΕπίθετοEnglishsocialРусскийсоциальныйExampleΈχει μια πολύ **κοινωνική** ζωή, βγαίνει συχνά.She has a busy social life.Εδώ τονίζεται η συχνή επαφή με άλλους.