Κυριαρχία /kʲiɾaɾˈçi.a/ Noun
- English
- dominance
- Русский
- Доминирование
Example
- Η [Κυριαρχία] της ομάδας στο πρωτάθλημα ήταν ξεκάθαρη.
- The team's dominance in the league was clear.
- Εδώ η «Κυριαρχία» (Κυριαρχία / Επικράτηση / Ηγεμονία) είναι η πιο φυσική επιλογή.