Κόσμος /ˈkosmos/ Adjective
- English
- folk
- Русский
- Люди (в значении 'свои', 'простые')
Example
- Επισκεφθήκαμε μια έκθεση [λαϊκής τέχνης] (λαϊκός / του λαού / παραδοσιακός) — της λαογραφίας.
- We visited an exhibition of folk art.
- Το «λαϊκός» είναι η πιο άμεση μετάφραση για 'folk art'.