Λάθος /ˈlaθos/ Adjective

English
wrong
Русский
неправильно / не прав

Example

  • Νομίζω πως έχετε το λάθος (εσφαλμένη/λανθασμένη) διεύθυνση.
  • I think you have the wrong address.
  • Το 'λάθος' εδώ είναι πιο άμεσο και καθημερινό.