Λίμνη /ˈlimni/ Noun

English
lake
Русский
озеро

Example

  • Κολυμπήσαμε στην [λίμνη] — όμορφα και δροσερά.
  • We swam in the lake.
  • Η λίμνη είναι το κλασικό σημείο για καλοκαιρινή βουτιά.