λίγο /ˈliɣo/ Adjective

English
little
Русский
немножко

Example

  • Ζει σε ένα μικρό σπιτάκι.
  • She lives in a little cottage.
  • Το 'μικρό' εδώ τονίζει το μέγεθος του σπιτιού.