Λογισμικό /lo.ʝiˈsmi.ko/ Noun
- English
- software
- Русский
- Программное обеспечение
Example
- Η εταιρεία αναβάθμισε το λογισμικό λογιστικής της. (Ενημέρωσε το λογισμικό λογιστικής της.)
- The company updated its accounting software.
- Το 'αναβάθμισε' (perfective) δείχνει την ολοκληρωμένη πράξη.