ΛΥΓΙΖΩ /liˈʝi.zo/ Ουσιαστικό
- English
- bend
- Русский
- сгибать/согнуть
Example
- Υπάρχει μια απότομη στροφή στον δρόμο μπροστά. [στροφή / καμπύλη / κλίση] — του δρόμου.
- There is a sharp bend in the road ahead.
- Η 'στροφή' είναι η πιο κοινή για δρόμους και ποτάμια.