ΜΑΚΙΓΙΑΖ /makiˈaʒ/ Noun

English
make-up
Русский
косметика

Example

  • Έβγαλε το **μακιγιάζ** της πριν κοιμηθεί. (Αφαιρώ / Αφαιρέσω)
  • She wiped off her make-up before going to bed.
  • Το ρήμα «βγάζω» (αφαιρώ) είναι το πιο συνηθισμένο για την αφαίρεση.