Μάζα / Μαζικός /ˈmaza/ Επίθετο

English
mass
Русский
масса

Example

  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα **μαζικό** πρόγραμμα εμβολιασμού.
  • The government announced a mass vaccination program.
  • Εδώ το 'μαζικός' τονίζει την κλίμακα της δράσης.