μειώνομαι /miˈonome/ Ρήμα
- English
- diminish
- Русский
- Уменьшаться / Умалять
Example
- Οι πόροι του πλανήτη [μειώνονται] (συρρικνώνονται / λιγοστεύουν) ραγδαία.
- The world's resources are rapidly diminishing.
- Εδώ το 'μειώνονται' είναι η πιο φυσική επιλογή για πόρους.