μελωδία /me.loˈði.a/ NounEnglishmelodyРусскийМелодияExampleΣιγοτραγουδούσε μια απαλή [μελωδία] καθώς δούλευε.She hummed a soft melody while she worked.Το 'σιγοτραγουδώ' δίνει ζεστασιά.