μισώ /miˈseo/ Ρήμα

English
hate
Русский
ненавидеть

Example

  • Μισώ να περιμένω σε μεγάλες ουρές στο σούπερ μάρκετ.
  • I hate waiting in long lines at the grocery store.
  • Το «μισώ» εδώ είναι καθημερινό και έντονο.